Αρχαία Κόρινθος

Η Κόρινθος, πόλη δωρική, βρισκόταν πάνω στο κομβικό σημείο που η υπόλοιπη Ελλάδα ενωνόταν με την Πελοπόννησο, ενώ διατηρούσε λιμάνι τόσο στο Σαρωνικό όσο και στον Κορινθιακό κόλπο. Η θέση της αυτή προκαθόρισε σε μεγάλο βαθμό και την ιστορία της. Αποτινάσσοντας νωρίς τις δωρικές τους καταβολές, οι κορίνθιοι έκαναν την πόλη τους γρήγορα κέντρο εμπορίου και κεραμικής βιομηχανίας, ενώ δραστηριοποιήθηκαν και στη δημιουργία αποικιών στην Κέρκυρα και τις Συρακούσες. Ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. η πόλη κυριαρχούσε στις θάλασσες και τις αγορές. Πλούτος και δόξα συνέρευσαν στην πόλη, που κατά τους επόμενους αιώνες ήταν το συνώνυμο της πολυτέλειας και της χλιδής.
Η ιστορία της διακόπτεται απότομα το 146 π.Χ., όταν από ατυχείς πολιτικούς χειρισμούς, θα προκαλέσει την υπερδύναμη της εποχής, κραταιά Ρώμη. Οι Ρωμαίοι υπήρξαν ανελέητοι. Ο στρατηγός τους Μόμμιος κατέστρεψε εκ βάθρων την πόλη, λεηλάτησε τους θησαυρούς της και εξανδραπόδησε όλο τον πληθυσμό της. Για τα επόμενα 100 χρόνια η Κόρινθος έχει σβήσει από το χάρτη. Ο Ιούλιος Καίσαρας και στη συνέχεια ο Αύγουστος, αποφασίζουν τον επανοικισμό και την ανοικοδόμηση της πόλης. Είναι εντυπωσιακό το πόσο γρήγορα επανέκτησε τον παλαιό της πλούτο και τη φήμη.
Οι επτά όρθιοι μονολιθικοί κίονες με ένα μέρος του επιστυλίου ενός δωρικού ναού, ήταν για αιώνες τα μόνα ορατά λείψανα της αρχαίας Κορίνθου. Οι ανασκαφές άρχισαν στην πόλη το 1896, από την Αμερικανική Αρχαιολογική Σχολή και συνεχίζονται ακατάπαυστα μέχρι σήμερα. Έχει αποκαλυφθεί ένα σημαντικό τμήμα της αρχαίας πόλης, με επίκεντρο την αγορά και το θρησκευτικό κέντρο.
Για τις σχετικά ισχνές ιστορικές αναφορές που σώθηκαν για την τοπογραφία της αρχαίας Κορίνθου, μας αποζημιώνει για μία ακόμα φορά η περιγραφή του Παυσανία. Ο αρχαίος περιηγητής επισκέφτηκε την Κόρινθο τον 2ο αιώνα μ.Χ. και μας δίνει μία πλήρη περιγραφή του κέντρου της πόλης. Φυσικά αυτό που μας περιγράφει είναι η νεότερη πόλη, η επανοικισμένη ρωμαϊκή colonia.
O αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα αποτελεί ακόμα και σήμερα το ορόσημο του αρχαιολογικού χώρου. Χρονολογείται κάπου στο 540 π.Χ. και είναι από τα λίγα δημόσια κτίσματα που ανοικοδομήθηκαν μετά την καταστροφή της πόλης, από το ίδιο παλαιό τους υλικό. Φαίνεται ότι η ανοικοδόμηση αυτή ακολούθησε το ίδιο αρχαϊκό σχέδιο, χωρίς σημαντικές τροποποιήσεις.
Νότια του ναού και σε χαμηλότερο επίπεδο απλωνόταν η αρχαία αγορά της Κορίνθου. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν και τη μία από τις δύο κύριες οδούς πρόσβασης, έναν ευρύ πλακοστρωμένο δρόμο, πλαισιωμένο από στοές που συμβατικά έχει ονομαστεί «οδός Λεχαίου», καθώς ερχόταν από το λιμάνι. Ο δρόμος αυτός οδηγούσε κατευθείαν στο κέντρο της πόλης, όπου περνώντας ένα μνημειακό πρόπυλο, ο επισκέπτης βρισκόταν στην αγορά. Όπως σε κάθε αρχαία ελληνική πόλη, η αγορά ήταν ένας χώρος ανοικτός, αφιερωμένος στη δημόσια και εμπορική ζωή της πόλης. Στο κέντρο ακριβώς της αγοράς δέσποζε ένας μνημειακός βωμός και δίπλα του το «βήμα», από όπου ο ρωμαίος ανθύπατος απευθυνόταν στους πολίτες που συγκεντρώνονταν στην αγορά. Το 52 μ.Χ. από τη θέση αυτή ο ανθύπατος Γαλλίων απασχολήθηκε με τον παρόντα στην αγορά, απόστολο Παύλο (Πράξεις 18, 12-17). Στα Μεσαιωνικά χρόνια στη θέση του βήματος είχε κτιστεί μικρή εκκλησία, της οποίας τα θεμέλια διατηρήθηκαν.
Η αγορά πλαισιωνόταν από σειρές καταστημάτων και από στοές. Στον δυτικό τομέα υπήρχαν τα μικρότερα ιερά της πόλης. Η τοποθέτηση αυτή επιλέχτηκε καθώς οι ναΐσκοι με τα λατρευτικά αγάλματα, έπρεπε υποχρεωτικά να βλέπουν προς την ανατολή. Σώζονται θεμέλια έξι συνολικά ναΐσκων που μας είναι γνωστοί από τους ανασκαφείς με λατινικά γράμματα (D,F,G,H,J,K), καθώς οι ταυτίσεις τους δεν είναι ασφαλείς. Ο ένας από αυτούς (F) πιθανολογείται ότι ήταν αφιερωμένος στη λατρεία της θεάς Τύχης, ο ναός G πιθανότατα σε όλους τους θεούς και ο ναός D στη λατρεία του Ερμή.
Πίσω από τους ναΐσκους αυτούς υπήρχαν οι περίβολοι δύο μεγαλύτερων ναών, του ναού C, που ίσως ταυτίζεται με το ιερό και το ναό της Ήρας Ακραίας και του μνημειώδους ναού Ε, του δεύτερου σε μέγεθος μετά το ναό του Απόλλωνα, που τον καιρό του Παυσανία ήταν αφιερωμένος στην Οκταβία, την αδελφή του Αυγούστου. Δεν θα πρέπει να μας προκαλεί εντύπωση το ότι θνητοί λατρεύονται σε γειτονικά τεμένη με τους αθανάτους. Η ιδέα της πολιτικής θεοποίησης τον καιρό του Αυγούστου, ήταν ήδη μία ευρύτατα εφηρμοσμένη τακτική: πόλεις και κράτη μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το όχημα της δημόσιας λατρείας, για να αναγνωρίσουν την απτή πραγματικότητα της πολιτικής δύναμης. Είναι αμφίβολο ωστόσο αν κανείς κορίνθιος αντιμετώπισε ποτέ την Οκταβία ως θεά με μία προσωπική, πνευματική έννοια, αν προσευχήθηκε ποτέ σ’ αυτήν αναζητώντας πνευματική παρηγοριά. Για την εκπλήρωση αυτής της ανάγκης υπήρχε ο αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα.
Η ανατολική πτέρυγα της αγοράς καταλαμβανόταν από εξίσου εντυπωσιακά οικοδομήματα. Το χώρο αμέσως δεξιά των προπυλαίων της «οδού Λεχαίου», κατελάμβανε ένα επιβλητικό οικοδόμημα, του οποίου η διώροφη πρόσοψη ήταν στολισμένη με κορινθιακούς κίονες, ενώ στο δεύτερο όροφο, το θριγκό υποβάσταζαν τέσσερις κολοσσικοί ανδριάντες βαρβάρων, ως «άτλαντες». Στην αριστερή πλευρά των προπυλαίων βρισκόταν η κρήνη Πειρήνη. Η φυσική αυτή πηγή, ίσως αποτελούσε και το λόγο για τον οποίο οι Κορίνθιοι επέλεξαν τον τόπο αυτό για να χωροθετήσουν την αγορά τους. Μία πρώτη αρχιτεκτονική διευθέτηση του χώρου χρονολογείται ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ., τα εντυπωσιακά ωστόσο λείψανα που βλέπουμε σήμερα, οφείλονται στις δωρεές του Ηρώδη του Αττικού, που τον 2ο αιώνα μ.Χ. χρηματοδότησε την αρχιτεκτονική διαμόρφωση που βλέπουμε σήμερα. Το νερό το αντλούσαν από δεξαμενές στο βάθος των έξι καμαροσκέπαστων θυρών. Ας σημειωθεί ότι η Πειρήνη δεν ήταν η μοναδική κρήνη της αγοράς. Μία δεύτερη κρήνη η «Γλαύκη», με παρόμοια διαμόρφωση, υπήρχε λίγο έξω από τη δυτική πτέρυγα της αγοράς, πίσω από το ναό της Ήρας (C).
Η ανατολική πτέρυγα της Αγοράς έκλεινε με την «Ιουλία Βασιλική», ένα ορθογώνιο οικοδόμημα, όπου ήταν στημένες γλυπτικές εικόνες της Ιουλίας οικογένειας (Ιουλίου Καίσαρος και Αυγούστου). Κάτω από την κτιστή σκάλα της εισόδου σώζεται λίθινη αφετηρία για αγωνίσματα δρόμου από ένα στάδιο που κατελάμβανε τον κεντρικό χώρο της αγοράς, πριν από τα ρωμαϊκά χρόνια και καταστράφηκε το 146 π.Χ. Μία ακριβώς όμοια βασιλική σε κάτοψη και διαστάσεις, βρίσκεται πίσω από τη νότια στοά της αγοράς.
Φαίνεται ότι κατά την ίδρυση της δεύτερης πόλης από τους Ρωμαίους, υπήρξε πρόνοια για αποσυμφόρηση της αγοράς και μεταφορά των εμπορικών δραστηριοτήτων σε άλλο παρακείμενο χώρο, ώστε η αρχαία παραδοσιακή αγορά να αποδοθεί αποκλειστικά σε πολιτική και θρησκευτική χρήση. Η δεύτερη αυτή αγορά βρέθηκε από τους ανασκαφείς βόρεια του ναού του Απόλλωνα και αποτελεί, όπως και η αντίστοιχη ρωμαϊκή αγορά των Αθηνών, ένα τυποποιημένο δημιούργημα. Είναι ένας τετράπλευρος ανοικτός χώρος που πλαισιώνεται από στοές και σειρές όμοιων καταστημάτων. Πιθανόν να στέγαζε την αγορά νωπών τροφίμων.
Κάθε πόλη της αρχαίας Ελλάδας, που ήθελε άξια να φέρει το όνομά της, διέθετε και το δικό της θέατρο. Η Κόρινθος φυσικά δεν αποτελούσε εξαίρεση και κατά το πρότυπο των Αθηνών, διέθετε θέατρο και ωδείο στην ίδια περιοχή, 150 μ δυτικά του ναού του Απόλλωνα, σε μικρή δηλαδή απόσταση από την αγορά.
Το θέατρο της Κορίνθου είχε μακραίωνη ιστορία και υπήρξε τόπος διεξαγωγής ιδιαίτερα δραματικών γεγονότων. Το πρώτο θέατρο της Κορίνθου του οποίου σώζονται ίχνη, κτίστηκε στο σημείο αυτό στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. και θα πρέπει να είναι αυτό που αναφέρεται από τον Ξενοφώντα κατά τις σφαγές των φιλολακώνων κορινθίων το 393 π.Χ. από τους Αθηναίους, Αργείους και Βοιωτούς, που ήθελαν να κρατήσουν την Κόρινθο μακριά από την επιρροή της Σπάρτης. Υπάρχουν επίσης λείψανα ενός άλλου θεάτρου με κτιστή σκηνή του 3ου αιώνα π.Χ., του οποίου οι κερκίδες υπολογίζεται πως μπορούσαν να περιλάβουν 18 χιλιάδες θεατές. Σ’ αυτό το θέατρο είχε εμφανιστεί ενώπιον των Κορινθίων ο Άρατος μετά την επιτυχή επίθεσή του κατά της μακεδονικής φρουράς της Ακροκορίνθου, απελευθερώνοντας την Κόρινθο και δεχόμενος την προσχώρησή της στην Αχαϊκή Συμπολιτεία. Το θέατρο αυτό ανακατασκευάστηκε τον 1ο αιώνα μ.Χ. και απέκτησε επιβλητική σκηνή. Στην αρχή του 3ου αιώνα μ.Χ. η ορχήστρα του θεάτρου, που είχε φιλοξενήσει τις τραγωδίες του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, μετατράπηκε σε ρωμαϊκή αρένα για θηριομαχίες. Τότε τα χαμηλότερα καθίσματα αφαιρέθηκαν και το ύψος των πρώτων εδωλίων έγινε μεγαλύτερο, για την ασφάλεια των θεατών. Τέλος, ειδικά συστήματα υδροδότησης, μπορούσαν να γεμίζουν την αρένα με νερό, για τη διενέργεια πλασματικών ναυμαχιών μεταξύ των μονομάχων.