Ο Ναός του Ηφαίστου (Θησείο)

Στην Αθήνα του β' μισού του 5ου αιώνα π.Χ. είχε γίνει κοινό φαινόμενο η μείξη στοιχείων από τον ιωνικό και το δωρικό ρυθμό στο ίδιο κτήριο. Η παλιότερη περίπτωση αυτού του τύπου είναι το λεγόμενο "Θησείο". Αρχικά πιστευόταν ότι επρόκειτο για το ναό που αφιέρωσε στο Θησέα ο Κίμων. Ωστόσο, οι νεότερες μελέτες δείχνουν ότι πρόκειται μάλλον για αυτόν που οι αρχαίες πηγές αναφέρουν ως Ηφαιστείο του Αγοραίου Κολωνού, δηλαδή ναό του Ηφαίστου και της Αθηνάς. Τέλος, ορισμένοι μελετητές πρότειναν να ταυτιστεί με το ναό της ’ρτεμης Ευκλείας.
Το Ηφαιστείο είναι ο καλύτερα διατηρημένος αρχαίος ναός στη μητροπολιτική Ελλάδα. Ήταν χτισμένο εξ ολοκλήρου από μάρμαρο εκτός από το στυλοβάτη, όπου χρησιμοποιήθηκε ασβεστόλιθος, και τη στέγη, που είχε πήλινη κεράμωση πάνω σε ξύλινο σκελετό. Εφαρμόστηκαν μικρής κλίμακας οπτικές διορθώσεις, που το έκαναν να φαίνεται καλύτερα από την Αγορά, και πιθανόν ολόκληρος ο σχεδιασμός του να έγινε με σκοπό αυτήν τη συγκεκριμένη προοπτική. Οι αρχιτεκτονικές μετρικές εκλεπτύνσεις, που εφαρμόστηκαν και στον Παρθενώνα, στο Ηφαιστείο απαντούν σε υπερβάλλουσα μορφή. Το γεγονός αυτό προκάλεσε διάφορες εξηγήσεις, έτσι ώστε άλλοι να πιστεύουν ότι προηγείται του Παρθενώνα και άλλοι ότι έπεται. Το βέβαιο είναι ότι οι εργασίες άρχισαν περί το 449 π.Χ. Πιθανόν η κατασκευή του να είχε διακοπεί ήδη πριν από το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού πολέμου, λόγω του κόστους του περίκλειου οικοδομικού προγράμματος στην Ακρόπολη. Η αφιέρωση πάντως των λατρευτικών αγαλμάτων του Ηφαίστου και της Αθηνάς χρονολογείται από επιγραφές στα έτη μεταξύ 421 και 415 π.Χ.
Είχε σχεδιαστεί στην τυπική δωρική κάτοψη των 6Χ13 κιόνων με διαστάσεις στυλοβάτη 13,7Χ31,8 μέτρα. Ο πρόναος και ο οπισθόναος είχαν από δύο κίονες εν παραστάσι. Μόνο οι μετόπες των στενών πλευρών και οι δύο ακρινές κάθε μακριάς πλευράς έφεραν ανάγλυφη διακόσμηση. Το επιστύλιο του πρόναου έφερε συνεχόμενη ανάγλυφη ζωφόρο, ενώ εκείνο του οπισθόναου μόνο μεταξύ των δύο παραστάδων. Το εσωτερικό του ναού φανερώνει επιρροές από τον Παρθενώνα και πιθανόν πρόκειται για το τμήμα που ολοκληρώθηκε στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Είχε όπως και ο Παρθενώνας διώροφη (δίτονη κιονοστοιχία) εσωτερική κιονοστοιχία σε σχήμα "Π".

Ο Ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο

Ένας άλλος ναός της ίδιας περιόδου είναι ο μαρμάρινος δωρικός ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Υπολογίζεται ότι η οικοδόμησή του άρχισε περί το 440 π.Χ. και τελείωσε στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Οι ομοιότητές του με το Ηφαιστείο έχουν οδηγήσει πολλούς μελετητές να αποδώσουν τους δύο ναούς στον ίδιο αρχιτέκτονα, έργα του οποίου έχουν επίσης θεωρηθεί ο ναός της Νέμεσης στο Ραμνούντα και ο ναός του ’ρη στις Αχαρνές, ο οποίος επί Ρωμαιοκρατίας μεταφέρθηκε στην Αγορά.
Στο ναό του Ποσειδώνα χρησιμοποιήθηκαν ευρέως τα υλικά και οι εναπομείνασες δομές του προγενέστερου ναού στην ίδια θέση. Η ζωφόρος καταλάμβανε όχι μόνο το επιστύλιο του πρόναου, αλλά ολόκληρο το επιστύλιο της πρόστασης. Υπήρχαν αετωματικά γλυπτά, ενώ οι μετόπες δεν έφεραν γλυπτό διάκοσμο. Τα ακρωτήρια είχαν τη μορφή ανθεμίων και ελίκων. Είχε και αυτός 6Χ13 κίονες και διαστάσεις παρόμοιες με του Ηφαιστείου, όμως οι κίονές του ήταν πιο λεπτοί και ψηλότεροι. Η γεωγραφική θέση του φαίνεται και πάλι να επηρέασε καθοριστικά τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, καθώς καταλάμβανε την κορυφή ενός ακρωτηρίου και θα φαινόταν έτσι καλύτερα από τη θάλασσα.


Ο Ναός της Νέμεσης στο Ραμνούντα

Οι εργασίες στο Ραμνούντα άρχισαν στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και θεωρείται ότι ο καινούργιος ναός ανεγέρθηκε σε αντικατάσταση παλαιότερου που κατέστρεψαν οι Πέρσες. Η τοποθέτηση του λατρευτικού αγάλματος και των ακρωτηρίων πρέπει να έγινε περί το 420 π.Χ. Ο ναός ήταν φτιαγμένος από ντόπιο μάρμαρο εκτός από τα ακρωτήρια που ήταν από πεντελικό. Είχε δωρικό πτερό με 6Χ12 κίονες ημιτελείς, χωρίς αυλακώσεις. Ούτε οι μετόπες ούτε η ζωφόρος, που περιέτρεχε το σηκό, έφεραν γλυπτές παραστάσεις.