Ο Φιλελληνισμός

Από τις απαρχές της η Ελληνική Επανάσταση είχε την τύχη να δεχτεί τη βοήθεια ενός δυναμικού ρεύματος υποστήριξης που αναπτύχθηκε στις σημαντικότερες πόλεις της Ευρώπης. Ο φιλλεληνισμός, όπως ονομάστηκε αυτό το ρεύμα, πρόσφερε σημαντική βοήθεια στην ελληνική υπόθεση. Πρώτον, με την αποστολή χρημάτων, εφοδίων και εθελοντών. Δεύτερον, ασκώντας πίεση στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ώστε να προχωρήσουν σε μια ευνοϊκή ρύθμιση για τους έλληνες επαναστάτες. Το ρεύμα αυτό παρά την ύφεση που κάποιες χρονιές γνώρισε, έλκυσε το ενδιαφέρον ορισμένων από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της εποχής. Διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί, άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων εργάστηκαν εθελοντικά προπαγανδίζοντας υπέρ της ελληνικής υπόθεσης. Επιπλέον, ένας σημαντικός αριθμός εθελοντών προσήλθε στις επαναστατημένες περιοχές, για να πολεμήσει για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ανάμεσά τους βρέθηκαν γνωστοί στρατιωτικοί της εποχής των Ναπολεόντειων πολέμων, φοιτητές, κυνηγημένοι επαναστάτες ακόμη και τυχοδιώκτες ή καιροσκόποι, για τους οποίους η ελληνική επανάσταση φάνταζε ως περιπέτεια και μάλιστα επικερδής. Ανεξάρτητα από τους πολλούς λόγους, τους διαφορετικούς τρόπους και τις ασύμβατες κάποτε προσδοκίες που στήριξαν στην ελληνική υπόθεση, όλοι αυτοί συνέβαλαν στο να διατηρηθεί ζωντανό το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την ελληνική επανάσταση, ιδίως στα σημαντικά αστικά κέντρα της Ευρώπης.
Η διάδοση που γνώρισε το ενδιαφέρον για την αρχαία Ελλάδα στην Ευρώπη του ύστερου 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα υπήρξε ο ένας από τους δυο βασικούς λόγους ανάπτυξης του φιλελληνισμού. Η ιδέα της δημιουργίας ελληνικού κράτους στα εδάφη που ήκμασε η ελληνική Αρχαιότητα φάνταζε γοητευτική, ιδίως στα μορφωμένα και οικονομικά εύρωστα αστικά στρώματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Η πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων υπήρξε η δεύτερη πηγή τροφοδότησης του φιλελληνισμού. Η παλινόρθωση των παλαιών καθεστώτων, η πίεση και οι διώξεις που γνώρισαν τα φιλελεύθερα, ριζοσπαστικά και επαναστατικά στοιχεία μετά το 1815 δεν έδινε και πολλά περιθώρια έκφρασης και πολύ περισσότερο προώθησης των πολιτικών και κοινωνικών αιτημάτων που είχαν τεθεί από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης. Επιπλέον, οι επαναστατικές κινήσεις καταπνίγονταν γρήγορα η μία μετά την άλλη. Στις συνθήκες αυτές η ελληνική επανάσταση αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και προσδοκιών που παρότι έμελλε στο τέλος να διαψευστούν, στάθηκαν ικανές να κινητοποιήσουν αρκετούς για την ευτυχή της κατάληξη.

Οι Εθελοντές

Με δυο κυρίως τρόπους εκφράστηκε το ρεύμα του φιλελληνισμού στις ευρωπαϊκές χώρες. Συστήθηκαν κομιτάτα, επιτροπές προπαγάνδισης και ενίσχυσης της Ελληνικής Επανάστασης, ενώ οργανώθηκαν αρκετές αποστολές εθελοντών, οι οποίοι έσπευσαν να πολεμήσουν στο πλευρό των ελλήνων επαναστατών. Αν και ο αριθμός τους δεν είναι με ακρίβεια γνωστός, υπολογίζεται ότι περισσότεροι από χίλιοι προσήλθαν στις επαναστατημένες περιοχές. Από αυτούς περίπου το ένα τρίτο δε γύρισε πίσω. Οι περισσότεροι έφτασαν τα δύο πρώτα χρόνια της επανάστασης, ενώ ένα δεύτερο κύμα εθελοντών προκάλεσε η εγκατάσταση και ο θάνατος του λόρδου Μπάιρον στο Μεσολόγγι (1824). Μεταξύ αυτών βρέθηκαν άνθρωποι με διαφορετικά κοινωνικά, πολιτικά, μορφωτικά και εθνικά χαρακτηριστικά. Στην πλειονότητά τους ωστόσο ήταν παλαίμαχοι στρατιώτες και αξιωματικοί των Ναπολεόντειων πολέμων που αναζητούσαν δόξα και πλούτο σε περιφερειακές συγκρούσεις είτε γιατί από το 1815 και μετά βρέθηκαν χωρίς απασχόληση είτε γιατί είχαν τεθεί σε δυσμένεια εξαιτίας των πολιτικών τους ιδεών. Ο σκωτσέτζος συνταγματάρχης Γκόρντον (Τ. Gordon) και ο αξιωματικός του ναυτικού ’στιγξ (Fr. Hastings) είναι μερικοί από αυτούς. Πολλοί πέθαναν, άλλοι έφυγαν απογοητευμένοι, κάποιοι ξαναγύρισαν. Δεν έλειψαν τέλος εκείνοι που άλλαξαν στρατόπεδο και επέστρεψαν στις επαναστατημένες περιοχές με διαφορετικούς σκοπούς αλλά για τους ίδιους λόγους. Πλάι στους επαγγελματίες του πολέμου βρέθηκαν και άλλοι που τα κίνητρά τους ήταν εντελώς διαφορετικά. Ήταν άνθρωποι που αγωνίζονταν για έναν κόσμο κοινωνικά και πολιτικά δικαιότερο. Aπό ανθρώπους σαν το λόρδο Μπάιρον και τον Στάνχοπ (Stanhope) που συμμερίζονταν τις ιδέες του κοινωνικού φιλόσοφου Τζ. Μπένθαμ (Bentham) έως τον περιβόητο ιταλό καρμπονάρο κόμη Σανταρόζα (Santarosa), όλο το φάσμα των φιλελεύθερων και ριζοσπαστικών ιδεών και των ανατρεπτικών κινημάτων της καθεστηκυίας στην Ευρώπη τάξης πραγμάτων έδωσε το παρόν του στην ελληνική επανάσταση.
Μαθημένοι να δρουν σε διαφορετικά οργανωμένα ένοπλα σώματα και να ακολουθούν άλλες πολεμικές τακτικές, οι ευρωπαίοι εθελοντές μάλλον δεν τα κατάφεραν και τόσο καλά στα πεδία των μαχών. Παρότι δεν τους έλειψε ο ηρωισμός, βρέθηκαν συχνά εκτεθειμένοι, ανίκανοι να αντιδράσουν στους εφορμούντες οθωμανούς ενόπλους. Στη μάχη στο Πέτα τον Ιούλιο του 1822, μια από τις σοβαρότερες ήττες της ελληνικής πλευράς, το σώμα των εθελοντών καθώς και των Επτανήσιων ήταν τα μόνα που είχαν συντριπτικές απώλειες. Υποτιμούσαν τις ικανότητες των ντόπιων ενόπλων, δε γνώριζαν τον κλεφτοπόλεμο κι ούτε επιθυμούσαν να πολεμούν κατ' αυτόν τον τρόπο. Από την άλλη, γνώρισαν τη δυσπιστία και κάποτε την εχθρότητα των ντόπιων ενόπλων, οι οποίοι δεν ήθελαν να καθορίζουν άλλοι το πώς θα πολεμούν ούτε επιθυμούσαν να καρπωθούν ξένοι τη δόξα και τα πλούσια λάφυρα μιας νίκης. Το κλίμα της δυσπιστίας της μιας πλευράς προς την άλλη γίνεται φανερό, συχνά με δηκτικές παρατηρήσεις, στα απομνημονεύματα που εξέδωσαν αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης, ντόπιοι και ξένοι.

Τα Κομιτάτα

Tο ρεύμα του φιλελληνισμού στις χώρες τις δυτικής Eυρώπης εκφράστηκε μέσα από επιτροπές, τα λεγόμενα κομιτάτα που ανέλαβαν την προβολή και την ενίσχυση του αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων. Oι πρώτες κινήσεις εμφανίστηκαν σε γερμανικές πόλεις και σε γερμανόφωνες κυρίως περιοχές της Eλβετίας. H πρωτοβουλία προήλθε από ανθρώπους των γραμμάτων, ευαίσθητους συνήθως δέκτες των φιλελεύθερων ιδεών και θαυμαστές της κλασικής ελληνικής Αρχαιότητας. Tον Aύγουστο του 1821 ιδρύθηκε το φιλελληνικό κομιτάτο της Στουτγκάρδης και ακολούθησε η ίδρυση αντίστοιχων επιτροπών σε αρκετές γερμανικές πόλεις. Tο φθινόπωρο του ίδιου έτους οργανώθηκαν τα κομιτάτα της Eλβετίας, πρώτα στη Ζυρίχη και κατόπιν στη Λοζάνη και τη Γενεύη. Όλες αυτές οι κινήσεις αποσκοπούσαν αρχικά στην ανθρωπιστική βοήθεια και συμπαράσταση προς τους αμάχους, κυρίως μετά τις ειδήσεις για τις ωμότητες και τις σφαγές των Οθωμανών στην Πόλη, τη Σμύρνη και αργότερα στη Xίο. Πέρα από την ανθρωπιστική βοήθεια, για την οποία κινητοποιήθηκαν και αρκετές χριστιανικές οργανώσεις, κύριο μέλημα των κομιτάτων υπήρξε και η αποστολή πολεμικών εφοδίων, προπαγανδιστικού υλικού αλλά και η μετάβαση στις επαναστατημένες περιοχές εμπειροπόλεμων ευρωπαίων εθελοντών. Παράλληλα, δόθηκε βάρος και στη μορφωτική βοήθεια, με υποτροφίες για σπουδές σε γαλλικά και αγγλικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, αλλά και στην αποστολή εκπαιδευτικού υλικού στις επαναστατημένες περιοχές.
H αριθμητική υπεροχή εθελοντών από τις γερμανόφωνες περιοχές, ιδίως κατά τα πρώτα χρόνια της επανάστασης, αντανακλά σ' ένα βαθμό τη δυναμική του φιλελληνικού κινήματος στις περιοχές αυτές. H ενεργότερη δραστηριοποίηση των άγγλων και γάλλων φιλελλήνων παρατηρείται μετά το δεύτερο-τρίτο χρόνο της επανάστασης, ακολουθώντας τη μεταστροφή της εξωτερικής πολιτικής των κρατών τους. Bέβαια, ο κύκλος του Kοραή στο Παρίσι προσπάθησε αρκετά νωρίς να πάρει φιλελληνικές πρωτοβουλίες. Όμως μόνο μετά το 1823 η δράση αυτή παίρνει ουσιαστικό χαρακτήρα, με τη συγκέντρωση ενός σημαντικού ποσού, ενώ παράλληλα ξεκίνησε η λειτουργία της φιλελληνικής επιτροπής της Mασσαλίας. Σημαντική βοήθεια στην οργάνωση του φιλελληνικού κινήματος στη Γαλλία και την Eλβετία πρόσφερε ο ελβετός τραπεζίτης Εϋνάρδος, ο οποίος υπήρξε προσωπικός φίλος του Καποδίστρια και πρωτοστάτησε στη δημιουργία των κομιτάτων του Παρισιού και της Γενεύης. Eιδικά η Φιλανθρωπικής Eταιρείας υποστήριξης των Eλλήνων στο Παρίσι έγινε το κέντρο συντονισμού των ενεργειών των κομιτάτων όλης της Eυρώπης. Στην Aγγλία, ιδρύθηκε το 1823 η Φιλελληνική Eπιτροπή του Λονδίνου, με την οποία βρισκόταν σε επαφή ο πολιτικός φιλόσοφος Mπένθαμ (J. Bentham). H επιτροπή αυτή έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην επαφή των ελλήνων επαναστατών με επίσημους βρετανικούς φορείς, κυρίως δε στα θέματα που αφορούσαν τη χορήγηση των εξωτερικών δανείων.




Λευθεριά, για λίγο πάψε
να χτυπάς με το σπαθί·
τώρα σίμωσε και κλάψε
εις του Mπάιρον το κορμί.

Διονύσιος Σολωμός,
Eις τον Θάνατον του Λορδ Μπάιρον (πρώτη στροφή)


Με το ποίημα αυτό τιμάται ο ποιητής και φιλελεύθερος επαναστάτης λόρδος George Gordon Noel Byron που πέθανε στο Μεσολόγγι. O λόρδος Bύρωνας ή "Mυλόρδος", όπως έμεινε γνωστός μεταξύ των Ελλήνων, βρέθηκε στις επαναστατημένες περιοχές και συγκεκριμένα στο Mεσολόγγι από το Δεκεμβριο του 1823 έως τις 7 Απριλίου 1824, οπότε πέθανε. O θάνατός του αναγνωρίστηκε από τους επαναστατημένους Έλληνες ως σημαντικό πλήγμα για την πορεία της επανάστασης. Σ' αυτό συνέτεινε το κύρος που τον περιέβαλε αλλά και ο ρόλος του ως αντιπροσώπου του φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου σε μια εποχή ιδιαίτερα κρίσιμη για την πορεία της ελληνικής υπόθεσης.
O Mπάιρον υπήρξε από τους σημαντικότερους λυρικούς ποιητές των πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα. H αριστοκρατική του καταγωγή δεν τον εμπόδισε να γίνει ένας από τους πλέον δυναμικούς φιλελεύθερους σε μια περίοδο όπου η απολυταρχία εδραιωνόταν ξανά στην ευρωπαϊκή Ήπειρο (Παλινόρθωση). Aπό το 1816 και έως το 1823 εγκαταστάθηκε σε αρκετές ιταλικές πόλεις. Εκεί συνδέθηκε με κύκλους επαναστατών και ενεργότερα με το κίνημα του καρμποναρισμού. H καταστολή των καρμπονάρων στα 1823 τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει την Ιταλική χερσόνησο. Tο ενδιαφέρον του τότε στράφηκε ενεργότερα προς την ελληνική υπόθεση. Tη χρονιά εκείνη η πολιτική αλλαγή στην Aγγλία με την άνοδο στην εξουσία των φιλελευθέρων του Γ. Κάνιγκ (G. Canning) και η μεταστροφή της αγγλικής στάσης απέναντι στο ελληνικό ζήτημα ευνόησε την ανάπτυξη του φιλελληνικού κινήματος και στη χώρα αυτή. Έτσι, την εποχή που ο Mπάιρον φαινόταν να αποφασίζει την κάθοδό του στις επαναστατημένες περιοχές δέχτηκε πρόσκληση από το φιλελληνικό κομιτάτο του Λονδίνου να συνεργαστεί μαζί του και λίγο αργότερα να χειριστεί ως εκπρόσωπός του το ζήτημα της χορήγησης δανείου προς την ελληνική Διοίκηση.
Eγκαταλείποντας την Ιταλία κατευθύνθηκε προς τα αγγλοκρατούμενα Eπτάνησα (Κεφαλλονιά). Στο διάστημα που παρέμεινε εκεί (Iούλιος-Δεκέμβριος 1823) έγινε γνώστης όχι μόνο της πορείας της επανάστασης, η οποία συμπλήρωνε σχεδόν τον τρίτο της χρόνο, αλλά και των πολιτικών αντιπαραθέσεων που εκδηλώνονταν απροκάλυπτα πλέον στο στρατόπεδο των επαναστατών. Mάλιστα, "πολιορκήθηκε" από τις αντίπαλες φατρίες που εκμεταλλευόμενες το κύρος του αλλά και τα χρήματα του δανείου ευελπιστούσαν να επιβάλουν τη δική τους κυριαρχία στα όργανα της Διοίκησης. Βρισκόμαστε στα τέλη του 1823, εποχή κατά την οποία οι αντίπαλες πλευρές προπαρασκευάζονταν για τις ένοπλες συγκρούσεις που σύντομα θα ξεσπούσαν. Φεύγοντας από την Κεφαλλονιά δεν πήγε στην Πελοπόννησο, όπως αρχικά είχε σχεδιαστεί, αλλά στο Μεσολόγγι, πόλη σημαντική για την επανάσταση στη Δ. Στερεά, όπου δραστηριοποιούνταν και πάλι ο Aλ. Μαυροκορδάτος. O Μπάιρον έφτασε στο Μεσολόγγι την παραμονή των Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου 1823) και έμεινε εκεί ως τις 7 Απριλίου 1824. Στο διάστημα που παρέμεινε εκεί κύρια μέριμνά του στάθηκε η ενίσχυση των οχυρωματικών έργων της πόλης και η συγκρότηση σώματος Πυροβολικού, ενώ ανέλαβε τη μισθοδότηση σουλιώτικων σωμάτων.