Η Βασιλόπιτα



Κανένα από τα ετήσια έθιμα δεν τηρείται τόσο απαράβατα από τους Νεοέλληνες, όπου κι αν βρίσκονται στα πέρατα του κόσμου, και δεν έχει τόσο βαθιές ρίζες στο χρόνο, όσο η βασιλόπιτα της πρωτοχρονιάς. Γιατί ανέκαθεν, με το κρυμμένο "φλουρί", συμβολίζει την εύνοια της τύχης και μετατρέπεται σε μέσο, που θα φανερώσει τον τυχερό του χρόνου. Μα αν σήμερα σε πολλές περιπτώσεις την έχουμε προσαρμόσει στα γαστρονομικά αστικά δεδομένα της καταναλωτικής μας κοινωνίας, αν την έχουμε μετατρέψει σε ένα ευωδιαστό μεγάλο αρτογλύκισμα πολυτελείας - τσουρέκι κατά προτίμηση - για το οποίο τη λύση δίνει το ζαχαροπλαστείο, υπάρχουν ακόμα άξιες Ελληνίδες νοικοκυρές, που με θρησκευτική ευλάβεια επιμένουν να την παρασκευάζουν με τον παραδοσιακό τρόπο. Έτσι, όπως τον έμαθαν από την μάννα τους , με συνταγή, που και εκείνη είχε διδαχθεί από τη δική της μάννα, συνεχίζοντας παράδοση αιώνων. Γιατί στη συλλογική συνείδηση του λαού μας η βασιλόπιτα, γλυκιά ή αλμυρή, με ζάχαρη ή κρέας, είχε κάποτε αναχθεί σε πρωτοχρονιάτικο σύμβολο με εξαιρετικές ιδιότητες, όχι μόνο αποκαλυπτικές, αλλά και καθοριστικές για την τύχη των ανθρώπων, των ζωντανών και των άλλων περιουσιακών στοιχείων της ελληνικής οικογένειας. Γιατί τότε και ο τρόπος παρασκευής της ακόμα θα εξασφάλιζε την καλοχρονιά. Και γιατί τέτοιες δοξασίες δύσκολα ξεριζώνονται από την ψυχή του λαού. Οι εξαιρετικές εκείνες ιδιότητες, που αποδίδονταν κάποτε στη βασιλόπιτα, συνετέλεσαν, ώστε η ετοιμασία της να γίνεται με συμβολική τελετουργία και να συνοδεύεται συχνά από πράξεις αναλογικής μαγείας.

Στο Σέλινιο Χανίων, για παράδειγμα, ζυμώνονταν με λάδι, αλεύρι , ζάχαρη και πολλά μυρωδικά, σύμβολα της αφθονίας των οικογενειακών αγαθών. Και μόλις την έστρωνε η νοικοκυρά στο ταψί, σχεδίαζε στην όψη της με πιρούνι τσιμπητό σταυρό και άλλα πλουμίδια , που σκοπό είχαν να εξορκίσουν το κακό μάτι. Παρόμοια πίτα, με ζάχαρη και μυρωδικά, ετοίμαζαν και στις Κυδωνίες. Κι επί πλέον με κλειδί τη στόλιζαν με παράξενα σχήματα , για να κλειδώσουν την κακογλωσσιά, ενώ με δαχτυλήθρα, σύμβολο της νοικοκυροσύνης , γέμιζαν με σχέδια τα ενδιάμεσα κενά , για να είναι οι γυναίκες του σπιτιού γερές και προκομμένες. Γλυκές βασιλόπιτες συνήθιζαν κυρίως στα αστικά κέντρα, αλλά και σε αρκετές αγροτικές περιοχές της πατρίδας μας. Τα υλικά ήταν περίπου τα ίδια. Ποίκιλε μόνο, από τόπο σε τόπο και από οικογένεια σε οικογένεια, ο τρόπος διακόσμησής της, "τα γράμματα" όπως έλεγαν. Στολίδια δηλαδή από ζυμάρι, που το καθένα αντιστοιχούσε σε μια ευχή, έναν πόθο ή μια λαχτάρα. Έτσι η γυναίκα του γεωργού "έγραφε" στην πίτα το αλέτρι, τα ζωντανά, τα στάχυα, τα σακιά με το γέννημα, για να τα ευλογεί ο Αι-Βασίλης και να δώσει η χάρη του πλούσια σοδειά. Η γυναίκα του τσέλιγκα το μαντρί, τα πρόβατα ,τα σκυλιά, τις καρδάρες με το γάλα .Η γυναίκα του αμπελουργού τα κούτσουρα, το βαρέλι, το πατητήρι και ό,τι άλλο ποθούσε η καρδιά της να ευλογεί ο καλοσυνάτος Άγιος.

Η παραδοσιακή Μικρασιάτικη βασιλόπιτα ήταν πολύ εντυπωσιακή σε εμφάνιση και γεύση. Έμοιαζε με ένα μεγάλο τραγανό πεντανόστιμο μπισκότο στολισμένο με δικέφαλο αετό στη μέση, ενδόμυχο ίσως πόθο και ευχή για εθνική νεκρανάσταση και ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Κωνσταντινουπολίτικη πάλι βασιλόπιτα ήταν γλυκιά, φουσκωτή, αρωματισμένη με χίλια δυο μπαχαρικά και έφερε στο μέσον μεγάλο Β, το αρχικό του Αι- Βασίλη, ή το αρχικό του ονόματος του νοικοκύρη ,ενώ γύρω χαραγμένα ξόμπλια με το ψαλίδι, παρέπεμπαν σε πουλιά με ανοιγμένα φτερά. Όμως η περισσότερο συνηθισμένη πατροπαράδοτη ελληνική πρωτοχρονιάτικη πίτα ήταν η αλμυρή, πολύφυλλη και με κύριο στοιχείο γέμισης το κρέας, όπου τις ενδόμυχες ευχές και τον βαθύτερο συμβολισμό δεν έκρυβε η διακόσμηση. Άλλωστε δεν έμεναν περιθώρια για στολίδια, αφού πάνω και κάτω είχε αλλεπάλληλα καλοβουτυρωμένα φύλλα, που κατά τόπους τα ονόμαζαν "πέταρα". Το πολύ-πολύ το επιφανειακό φύλλο, αισθητά μεγαλύτερο, ρίχνονταν κυματιστό, ώστε η επιφάνεια της πίτας να είναι πλούσια, ανάγλυφη, κυματιστή εκφράζοντας έτσι την ευχή για αφθονία των οικιακών αγαθών, σαν το κύμα της απέραντης θάλασσας.

Στην αλμυρή πίτα οι ευχές, τα μαντέματα και οι συμβολισμοί εκφράζονταν κυρίως με τα "σημάδια", που θα έκρυβε η νοικοκυρά στη βάση της ,πέρα από το πατροπαράδοτο νόμισμα για τον τυχερό του χρόνου. Έτσι, για παράδειγμα, η ηπειρώτικη παράδοση απαιτούσε βασιλόπιτα με κοτόπουλο, χοντροκομμένο αρνίσιο κιμά ή ολόκληρα κομμάτια χοιρινό κρέας ,ανάμικτα με τραχανά, πράσα και αυγά. Και εκτός από το νόμισμα, ανάλογα με το επάγγελμα των μελών της οικογένειας, σαν "σημάδια", μικρό ξυλάκι για υγεία των αγωγιατών, μικρό κουκουνάρι για τους ξυλοκόπους, φύλλο πουρνάρι για τον τσοπάνο, άχυρο για τον γεωργό, σταυρουδάκι για το καλό του σπιτιού ή διάφορους καρπούς , όπως σπυρί στάρι, κουκί, φασόλι, καλαμπόκι και ό,τι άλλο ποθούσε η καρδιά τους να ευλογεί και να χιλιάζει η χάρη του Αι- Βασίλη.

Στη Δυτική Μακεδονία και στη Θράκη, όταν έρχονταν ο καιρός , να μοιράσει ο πατέρας της μεγάλης πατριαρχικής οικογένειας το βιός του στους γιους, άφηνε στη χάρη του Αι-Βασίλη να κρίνει το τι έπρεπε να πάρει ο καθείς. Έτσι στη μεγάλη βασιλόπιτα τα "σημάδια" δεν έμπαιναν για ευχή, αλλά για " τάξιμο". Και τα κομμάτια της τη χρονιά εκείνη τα ονόμαζαν "φιλιά". Σ΄ όποιου γιου το "φιλί" έπεφτε το νόμισμα, θα έπαιρνε το σπίτι. Σ΄ όποιου το φασόλι, το ποτιστικό χωράφι. Το στάρι ,το ξερικό χωράφι. Η κληματόβεργα, το αμπέλι. Το άχερο τα ζωντανά κ.λ.π. Αλλά και η κοπή της βασιλόπιτας γίνονταν με αληθινή ιεροπρέπεια. Πρώτα ο νοικοκύρης την έστρεφε τρεις φορές στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Έπειτα έκανε με κλειδί , με μαχαίρι ή με πιρούνι τρεις φορές το σημείο του σταυρού, για να κόβεται η κακογλωσσιά , να κλειδώνονται τα κακά στόματα ή να αποτρέπεται το κακό μάτι. Και την ώρα ακριβώς, που άλλαζε ο χρόνος, άρχιζε να ονοματίζει τα κομμάτια, με καθιερωμένη πάντα σειρά Πρώτο ήταν του Αι-Βασίλη. Έπειτα του Χριστού και της Παναγίας, του σπιτιού και στη σειρά όλων των μελών της οικογένειας, κατά ηλικία , αρχίζοντας από τους μεγαλύτερους και καταλήγοντας στα παιδιά. Κομμάτι έκοβε και για τους φτωχούς, τα ζωντανά, τα χωράφια και τα αμπέλια, το μύλο και τη βάρκα, γιατί όλα έπρεπε να πάρουν την ευλογία του Αι-Βασίλη. Και σαν απόσωνε τον εορταστικό δείπνο η οικογένεια, ο νοικοκύρης κατέβαινε στο στάβλο, να ταΐσει την πίτα τους στα ζωντανά, ενώ την επαύριον θρυμμάτιζε και σκορπούσε το δικό τους κομμάτι στα κτήματα και στα αμπέλια.

Σε μερικούς τόπους, όπως στην Κάρπαθο και τη Σκύρο, έπλαθαν ξεχωριστή πίτα για τα μεγάλα ζώα, τους πολύτιμους συνεργάτες του νοικοκύρη στον καθημερινό μόχθο, την οποία ονόμαζαν "βουόπιτα" ή "βοδόκλουρα" και θρυμματισμένη, με λίγο αλάτι, τους την τάιζαν ανήμερα της πρωτοχρονιάς. Στα Χάσια ,ξεχωριστή πίτα έπλαθαν και για τον τσοπάνο, τον βοσκό των προβάτων. Αφού η οικογένεια θα είχε κόψει τη δική της πίτα, λίγο μετά τα μεσάνυχτα οι άντρες του σπιτιού πήγαιναν στη στάνη να κόψουν και την πίτα του τσοπάνου και μαζί του τραγουδούσαν και γελούσαν και χόρευαν ως το πρωί σε πασίχαρο γλέντι, που το σεκοντάριζαν τα βελάσματα των προβάτων και των κατσικιών. Στην πίτα εκείνη το νόμισμα δεν είχε καμιά σημασία. Αντί αυτού έβαζαν ένα κουλουριασμένο ξυλάκι, που το έλεγαν "μαντρί" και το θεωρούσαν σαν κάτι ιερό . Γι αυτό κι όποιος το εύρισκε, το παράχωνε στη στάνη, σε μέρος που δεν θα το πατούσαν άνθρωποι και ζώα.

Στην αρχοντική Σιάτιστα η παράδοση ήθελε δύο βασιλόπιτες. Μια γλυκιά και μια αλμυρή με φύλλα. Την γλυκιά έκοβαν τα μεσάνυχτα, στην αλλαγή του χρόνου, για να τους φέρει γλυκές μέρες. Την αλμυρή, που περιείχε και το ασημένιο νόμισμα "το δώρο", όπως το έλεγαν, την ονόμαζαν "του σπιτιού", την έκοβαν στο εορταστικό μεσημεριανό τραπέζι της πρωτοχρονιάς , και ο τυχερός άναβε με το νόμισμα λαμπάδα για το καλό όλης της οικογένειας. Η πίτα εκείνη περιείχε επί πλέον και σταυρουδάκι από χλωρά κλαράκια για υγεία και ευτυχία. Πού όμως πρέπει να αναζητήσουμε τη ρίζα του ωραίου εθίμου της πρωτοχρονιάτικης βασιλόπιτας; Ο ελληνικός λαός είναι φορέας και δημιουργός ενός θαυμαστού πολιτισμού, ο οποίος αρδεύεται τους χυμούς του από το αρχαίο ελληνικό παρελθόν, αλλά και από το χριστιανικό Βυζάντιο. Γι' αυτό και όλα τα έθιμά μας έχουν την αρχαιοελληνική, αλλά και τη χριστιανική ερμηνεία τους ,αφού οι ρίζες τους βυθίζονται τόσο στην Αρχαία Ελλάδα, όσο και εις το χριστιανικό Βυζάντιο.

Σύμφωνα λοιπόν με την χριστιανική παράδοση, η βασιλόπιτα καθιερώθηκε σαν έθιμο στη γιορτή του Αγίου Βασιλείου, που εορτάζεται την πρώτη μέρα του χρόνου, εξ αιτίας του ακόλουθου περιστατικού: Κάποια χρονιά, που ο Άγιος ήταν Επίσκοπος Καππαδοκίας, έπεσε μεγάλη σιτοδεία στη χώρα. Η γη δεν κάρπισε. Ο κόσμος πεινούσε. Ο σκληρός όμως Έπαρχος Ελβίνιος ζητούσε οπωσδήποτε του φόρους , "τη δεκάτη", και απειλούσε με επιδρομή και λεηλασία την Καισαρεία. Τότε ο Άγιος έκανε έκκληση, να προσφέρει ο κάθε νοικοκύρης από κάποιο χρυσαφικό, μήπως και τον δελεάσουν, τον εξευμενίσουν και σώσουν την πόλη και τη ζωή τους. Πράγματι μαζεύτηκε έτσι ένας ολόκληρος θησαυρός. Έσπευσε ο Άγιος να προϋπαντήσει τον σκληρό Έπαρχο και μειλίχιος, του εξιστόρησε το δράμα των ανθρώπων, που ωστόσο ως νομοταγείς πολίτες ήταν πρόθυμοι να εξοφλήσουν τους φόρους, στερούμενοι χρυσά κειμήλια και αγαπημένα τους κοσμήματα. Του είπε και άλλα πολλά. Και με τη γλύκα του λόγου του , μαλάκωσε τόσο την ψυχή του, καταλάγιασε τόσο το θυμό του, ώστε χαρίζοντας τους φόρους, παρακάλεσε τον Ποιμενάρχη να επιστρέψει τον θησαυρό στο ποίμνιό του. Όμως τι ανήκε στον καθένα; Πώς θα επέστρεφε τα χιλιάδες χρυσαφικά ο Άγιος ; Και τότε του ήρθε μια ωραία ιδέα. Ο κόσμος πεινούσε. Έδωσε λοιπόν εντολή και ετοιμάστηκαν τόσοι εορτάσιμοι άρτοι, όσες και οι οικογένειες, όσα και τα προσφερθέντα τιμαλφή . Σε κάθε άρτο τοποθετήθηκε και από ένα χρυσό αντικείμενο και άφησε στη χάρη του Θεού να καθορίσει τι θα τύχαινε στον κάθε οικογενειάρχη. Από τότε καθιερώθηκε σαν έθιμο η πρωτοχρονιάτικη βασιλόπιτα με το "φλουρί", για τον τυχερό του χρόνου. Οι Λαογράφοι, ωστόσο, αναζητούν και την αρχαιοελληνική ρίζα του εθίμου, αφού είναι γνωστό, πως από τα πανάρχαια χρόνια, σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης, αφ΄ ότου οι άνθρωποι έμαθαν να κατασκευάζουν αλεύρι, αισθάνθηκαν την ανάγκη να αφιερώσουν στα πνεύματα της βλαστήσεως μικρά ψωμάκια ως εξιλαστήρια ή ευχαριστήρια προσφορά. Τους ωραιότερους όμως; πλακούντες, λένε οι Λαογράφοι, παρασκεύαζαν οι Βυζαντινοί, ζυμωμένους με μαγιά, αβγά, ελαφρό λίπος και ζάχαρη. Τους ονόμαζαν "πίτες", τοποθετούσαν φλουρί κωσταντινάτο και τους στόλιζαν, τους "έγραφαν", με ζυμαρένιο σταυρό στο μέσον και δεξιά και αριστερά το μονόγραμμα της Παναγίας και του Χριστού. Αυτές τις πίτες τις συνέδεσαν έπειτα με τον προαναφερθέντα θρύλο του Αγίου Βασιλείου και τις καθιέρωσαν ως αναπόσπαστο άρτυμα και έθιμο της πρωτοχρονιάς.


Σημάδι επίσης που τοποθετούσαν στη ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ στη Θράκη ήταν ένας σταυρός φτιαγμένος από δυο ξυλάκια ή οδοντογλυφίδες. Επίσης οικογένειες που είχαν Βουβάλια (ήταν μαύρα ζώα όπως οι αγελάδες) τοποθετούσαν στη Βασιλόπιτα και ένα μικρό κάρβουνο. Εννοείται ότι αυτά τα σημάδια δεν τα τοποθετούσαν μέσα αλλά κάτω από τη Βασιλόπιτα, δηλαδή όταν η Βασιλόπιτα ήταν πλέον έτοιμη για ψήσιμο, τότε τοποθετούσαν από κάτω και γύρω-γύρω όλα τα ανωτέρω σημάδια.